ανακαλύπτω


ανακαλύπτω
ανακαλύπτω, ανακάλυψα βλ. πίν. 11

Τα ρήματα της νέας ελληνικής. 2013.

Look at other dictionaries:

  • ἀνακαλύπτω — uncover pres subj act 1st sg ἀνακαλύπτω uncover pres ind act 1st sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ανακαλύπτω — (Α ἀνακαλύπτω) νεοελλ. 1. βρίσκω κάτι μετά από αναζήτηση ή έρευνα 2. βρίσκω, γνωρίζω κάτι που προϋπήρχε, αλλά ήταν άγνωστο μέχρι τώρα 3. βρίσκω κάτι διαφορετικό ή παρεμφερές με το ήδη γνωστό αρχ. 1. ξεσκεπάζω, φανερώνω 2. αφαιρώ το κάλυμμα,… …   Dictionary of Greek

  • ανακαλύπτω — [анакалипто] ρ. обнаруживать, открывать …   Λεξικό Ελληνικά-ρωσική νέα (Греческо-русский новый словарь)

  • ανακαλύπτω — κάλυψα, καλύφτηκα, καλυμμένος 1. αποκαλύπτω, φανερώνω: Λέγεται ότι ανακαλύφτηκαν οι δράστες της μεγάλης κλοπής χρυσαφικών. 2. βρίσκω κάτι που προϋπήρχε, αλλά ήταν άγνωστο ως τότε: Ο Κολόμβος ανακάλυψε την Αμερική …   Νέο ερμηνευτικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας (Новый толковании словарь современного греческого)

  • ἀνακαλύπτεσθε — ἀνακαλύπτω uncover pres imperat mp 2nd pl ἀνακαλύπτω uncover pres ind mp 2nd pl ἀνακαλύπτω uncover imperf ind mp 2nd pl (homeric ionic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἀνακαλύπτετε — ἀνακαλύπτω uncover pres imperat act 2nd pl ἀνακαλύπτω uncover pres ind act 2nd pl ἀνακαλύπτω uncover imperf ind act 2nd pl (homeric ionic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἀνακαλύπτῃ — ἀνακαλύπτω uncover pres subj mp 2nd sg ἀνακαλύπτω uncover pres ind mp 2nd sg ἀνακαλύπτω uncover pres subj act 3rd sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἀνακαλύψει — ἀνακαλύπτω uncover aor subj act 3rd sg (epic) ἀνακαλύπτω uncover fut ind mid 2nd sg ἀνακαλύπτω uncover fut ind act 3rd sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἀνακαλύψουσι — ἀνακαλύπτω uncover aor subj act 3rd pl (epic) ἀνακαλύπτω uncover fut part act masc/neut dat pl (attic epic doric ionic) ἀνακαλύπτω uncover fut ind act 3rd pl (attic epic doric ionic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἀνακαλύψουσιν — ἀνακαλύπτω uncover aor subj act 3rd pl (epic) ἀνακαλύπτω uncover fut part act masc/neut dat pl (attic epic doric ionic) ἀνακαλύπτω uncover fut ind act 3rd pl (attic epic doric ionic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)